Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

ΛΗΞΗ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ ΜΕΛΕΤΗΣ 
ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ - ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΔΡΟΜΗ

   

  Ὅπως εἶναι γνωστό, στήν ἐνορία μας λειτουργοῦν κάθε χρόνο δύο κύκλοι μελέτης. Ὁ πρῶτος γίνεται κάθε Κυριακή ἀπόγευμα ἀπό τόν π. Ἄγγελο καί ἔχει ὡς θέμα τήν «Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας» καί ὁ δεύτερος γίνεται κάθε Δευτέρα ἀπόγευμα ἀπό τόν π. Δημήτριο καί ἔχει ὡς θέμα τήν «Ἑρμηνεία τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου». Ὁλοκληρώντας καί γιά φέτος τούς κύκλους μελέτης,  πραγματοποιήθηκε ἡ καθιερωμένη μονοήμερη προσκυνηματική ἐκδρομή τό Σάββατο 27 Μαΐου. 

   Πρῶτος σταθμός ἦταν ἡ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΚΙΘΑΙΡΩΝΑ.

   
   Στούς πρόποδες τοῦ Κιθαιρώνα, κοντά στήν Οἰνόη, στά ὅρια τῶν νομῶν Ἀττικῆς καί Βοιωτίας, σέ μιά ὄμορφη τοποθεσία γεμάτη πεῦκα, βρίσκεται ἡ Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Μελετίου, ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα κέντρα τοῦ ἀσκητικοῦ βίου κατά τή βυζαντινή ἐποχή.

   Ἡ ἱστορία τῆς μονῆς εἶναι ἄρρηκτα δεμένη μέ τή δράση τοῦ Ὁσίου Μελετίου τοῦ Νέου, πού ἦταν ὁ μεταρρυθμιστής τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς στήν Ἑλλάδα. Ὁ Ὅσιος Μελέτιος, πού καταγόταν ἀπό τήν Καππαδοκία, στά τέλη τοῦ 11ου αἰώ. ἔφθασε στό σημεῖο αὐτό, ὅπου ὑπῆρχε ἡ Μονή τοῦ Συμβόλου, καί ἐγκαθίδρυσε τή δική του μοναχική κοινότητα, ἀκολουθώντας τίς αὐστηρές ἀρχές τοῦ ἀσκητισμοῦ ταῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων. Γύρω ἀπό τήν κεντρική μονή, πού ἔλαβε τό ὄνομά του, ἵδρυσε καί τοὐλάχιστον εἴκοσι δύο παραλαύρια, πολλά ἀπό τά ὁποία σώζονται μέχρι σήμερα ἐρειπωμένα. Ἡ μονή ἀπέκτησε μεγάλη φήμη, ἔγινε σταυροπηγιακή καί διατήρησε τήν ἀκμή της ἕως τόν 16ο αἰώ., ὁπότε ἀνακαινίσθηκε ἀπό τόν Μητροπολίτη Ἀθηνῶν κυρό Νικάνορα. Στό πέρασμα τῶν αἰώνων ὑπέστη πολλές καταστροφές ἀπό ἐπιδρομές καί λεηλασίες, καί στά χρόνια μετά τήν ἀπελευθέρωση παρήκμασε, ἐνῶ τό 1883 ἔγινε μετόχι τῆς Μονῆς Φανερωμένης Σαλαμίνας. Τό 1928 ἀνασυστάθηκε ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί τό 1950 ἡ μοναχική κοινότητα μετατράπηκε σέ γυναικεία.

   Στή μονή ὑπάρχουν ἐνδιαφέροντα βυζαντινά καί νεότερα κτίσματα (ναοί, τράπεζα, συγκροτήματα κελλιῶν), πού ξεχωρίζουν γιά τή γλυπτική καί ζωγραφική τους διακόσμηση. Τό καθολικό εἶναι μικρός ἐγγεγραμμένος σταυροειδής ναός, μέ εὐρύχωρο νάρθηκα καί ὀκταγωνικό τρούλο, πού στηρίζεται σέ τέσσερις κίονες. Τό ἐσωτερικό του ἦταν διακοσμημένο μέ τοιχογραφίες, ἀπό τήν ἀρχική φάση τῶν ὁποίων σώζονται ἐλάχιστα σπαράγματα. Οἱ τοιχογραφίες, πού φαίνονται σήμερα στόν κυρίως ναό καί στόν νάρθηκα, χρονολογοῦνται στόν 17ο αἰώ. Στή νότια πλευρά τοῦ ναοῦ εἶναι προσαρτημένο παρεκκλήσιο ἀφιερωμένο στούς Ταξιάρχες, πού ἴσως ἦταν τό πρῶτο καθολικό τῆς μονῆς, ἐνῶ σέ ὑπόγεια κρύπτη βρίσκεται ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου Μελετίου. Ἡ μονή πανηγυρίζει τήν 1η Σεπτεμβρίου, ἡμέρα ἑορτῆς τοῦ Ὁσίου Μελετίου.

ΒΙΟΣ ΟΣΙΟΥ ΜΕΛΕΤΙΟΥ


   Πολλοί ἀπό ’μᾶς ἔχουμε ἀκουστά τό μοναστήρι τοῦ ὁσίου Μελετίου, πού εἶναι στόν Κιθαιρώνα, πλήν δέν γνωρίζουμε ποιός ἦταν αὐτός ὁ ὅσιος, πού τό ἔχτισε. Ὁ ὅσιος Μελέτιος δέν εἶναι ντόπιος, ἀλλά ἦρθε ἀπό τήν ἀνατολή. Γεννήθηκε στό Μουταλάσκι τῆς Καππαδοκίας κατά τό 1035. Ὅπως κάθε ἄνθρωπος, πού θά γεννηθεῖ στόν κόσμο ἔχει κάποια κλίση, ὁ ἕνας στά γράμματα, ὁ ἄλλος στ' ἅρματα, ὁ ἄλλος στό ἐμπόριο, κι ὁ ἄλλος σέ ἄλλο, ἔτσι κι ὁ ὅσιος Μελέτιος ἀπό παιδί εἶχε ἔμφυτη κλίση στά θρησκευτικά. Ἀγαποῦσε τήν Ἐκκλησία περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο πράγμα, δείχνοντας πώς ἦταν ἀπό ἐκείνους, πού λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής «πού δέν γεννήθηκαν ἀπό αἵματα, οὔτε ἀπό θέλημα σαρκός, οὔτε ἀπό θέλημα ἄνδρα, ἀλλά πού γεννήθηκαν ἀπό τό Θεό». Γράμματα ἔμαθε λιγοστά. Κι ἐπειδή θέλησαν οἱ γονεῖς του νά τόν παντρέψουν, ἔφυγε ἀπό τόν τόπο του, ἀφήνοντας γονεῖς, συγγενεῖς, φίλους, χωράφια, καί ὅ,τι ἄλλο εἶχε, καί πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη καί ἔγινε καλόγερος στό Μοναστήρι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ἀφοῦ κάθισε τρία χρόνια σ' αὐτό τό Μοναστήρι, μίσεψε καί πῆγε στή Θεσσαλονίκη καί προσκύνησε τόν τάφο του ἁγίου Δημητρίου. Ἀπό ’κεῖ πῆγε στά μέρη τῆς Θήβας, καί βρῆκε ἕνα μικρό μοναστηράκι τοῦ ἁγίου Γεωργίου κι ἐκεῖ πέρα ἡσύχασε. Μέ τόν καιρό μαθεύτηκε ἡ εὐσέβειά του καί πήγανε κοντά του καμπόσοι ἀπό τα γύρω χωριά καί βάλανε ράσο ἀπό γιδότριχα καί κάνανε κοινόβιο μοναστήρι κυβερνημένο ἀπό τόν ὅσιο Μελέτιο. Μετά ἀπο καιρό, ἄφησε στό πόδι του ἕνα γέροντα καί τράβηξε νά πάει στή Ρώμη, γιά νά προσκυνήσει τόν ἅγιο Πέτρο καί τόν ἅγιο Παῦλο, κι ὕστερα ἀπό ’κεῖ πῆγε στά Ἱεροσόλυμα. 

   Ἀφοῦ ἔκανε τόν πόθο του, γύρισε πίσω στό μοναστήρι καί τόν καλωσορίσανε οἱ πατέρες μέ χαρά μεγάλη καί δάκρυα στά μάτια. Γιατί δέν ἐλπίζανε νά ἀξιωθοῦνε πιά τέτοιον ἠγούμενο, πατέρα πονετικό, πού νά σηκώνει ἐπάνω του ὅλα τά βάρη καί νά μήν ξεχωρίζει ὁλότελα τό ἀξίωμά του ἀπό τούς ἄλλους πατέρες. Ἀλλά ἴσια ἴσια ἦταν σέ ὅλα ὁ πιό ταπεινός ἀπ' ὅλους, πρῶτος σέ κάθε σκληρή δουλειά, πρῶτος στή νηστεία, πρῶτος στή πραότητα. Φρόντιζε γιά τούς ἀδελφούς νά μή στερηθοῦνε, τούς οἰκονομοῦσε ροῦχα καί παπούτσια κι ἐκεῖνος φοροῦσε ἐπί χρόνια ἕνα παλιόρασο ἀπό κατσικότριχα  κι ἕνα ζευγάρι παλιοπάπουτσα κι ὁλοένα τά μπάλωνε καί τά ἔραβε μέ τά χέρια του χωρίς νά τόν δεῖ κανένας. Ἔτρωγε λιγοστό ψωμί ξερό κι ἔπινε νερό. Ὡστόσο καθότανε πάντα στή τράπεζα μαζί μέ τούς ἀδελφούς καί βίαζε τούς ἀρρώστους καί τούς ἀδυνάτους νά φᾶνε λάδι, ἐξόν ἀπό τίς νηστίσιμες μέρες. Ὁ ἴδιος, ὅμως, τόν περισσότερο καιρό περνοῦσε μέ ξηροφαγία, καί πολλές μέρες δέν ἔβαζε τίποτα στό στόμα του ὁλότελα. Ὅσο γιά τήν ἐργασία, σήκωνε μέ τά ἁγιασμένα χέρια του τίς πιό βαριές πέτρες, γιά νά χτίσουν τά κελιά, ὁ ἴδιος ἔσκαβε καί φυτουργοῦσε τά πιό πολλά κηπουρικά, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, πού λέγει στούς Κορινθίους : «Κοπιάζουμε, δουλεύοντας μέ τά χέρια μας». 

   Μέ τέτοιον κυβερνήτη ἐκεῖνο τό μοναστήρι ἔμοιαζε σάν ἁγιασμένη κιβωτός, πού καθότανε μέσα οἱ πατέρες φυλαγμένοι ἀπό τόν κατακλυσμό τοῦ κόσμου, καί ὑμνούσανε μέ ἀγαλλίαση, ἀκολουθώντας τον ἠγούμενο, πού εἶχε ὁλοένα τήν ὑμνωδία στό στόμα του κι ἔλεγε πρίν μπει στήν Ἐκκλησία : «Ἀνοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης, εἰσελθών ἐν αὐταῖς ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ. Ἐν Ἐκκλησίαις εὐλογήσω σε Κύριε. Ἑσπέρας καί πρωΐ καί μεσημβρίας διηγήσομαι καί ἀπαγγελῶ τά θαυμάσιά σου. Ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἥνεσά σε. Ὅλην τήν ἡμέραν διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖρας μου». Τήν νύχτα ξαγρυπνοῦσε μέ τήν προσευχή καί ὅποτε τόν  βίαζε ἡ ἀνάγκη τῆς φύσης, ξάπλωνε σέ μιά ψάθα γιά λίγη ὥρα κι ὕστερα σηκωνότανε κι ἔλεγε τόν ψαλμό τοῦ προφητάνακτος Δαυίδ : «Μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην τοῦ ἐξομολογεῖσθαι σοι ἐπί τά κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου». Ὀκτώ χρόνια κάθισε ὁ ὅσιος σ' αὐτό τό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Γεωργίο, καί ἔτρεχε κόσμος πολύς ἀπό κοντινούς καί μακρινούς τόπους, καί ἔβλεπε θαύματα πολλά. Ἀλλά, ὁ ὅσιος Μελέτιος στενοχωριότανε ἀπ' αὐτή τή δόξα τοῦ κόσμου, γιατί δέν μποροῦσε νά παραδοθεῖ στήν ἀγαπημένη του ἡσυχία. Γιά τοῦτο ἀποφάσισε νά φύγει ἀπό τό μοναστήρι καί νά πάει σέ κάποιο μέρος πιό ἐρημικό. 

   Ἄφησε, λοιπόν, γιά ἠγούμενο ἕναν ἀδελφό, πού τόν λέγανε Νικόλαο, καί τράβηξε νά βρεῖ κάποιον ἔρημο τόπο, ὥσπου ἔφτασε σ' ἕνα βουνό, πού τό λέγανε Φιλάγριον κι ἄρχισε νά χτίζει κάποιο κελί. Πλήν ἄλλαξε γνώμη, καί σηκώθηκε καί περπατοῦσε σέ βουνά κακοτράχαλα, κατά τά μέρη πού βρίσκεται τό σημερινό χωριό, τό λεγόμενο Βίλια, ἐπάνω στό βουνό τοῦ Κιθαιρώνα. Ἐκεῖνο τόν καιρό τό λέγανε «Ὄρος τῆς Μυουπόλεως». Ἐκεῖ πέρα ἤτανε χτισμένο κάποιο μοναστήρι λεγόμενο Σύμβολον, στό ὄνομα τῶν Ἀσωμάτων Ταξιαρχῶν.

   Ὁ ἅγιος πῆγε σ’ αὐτό τό μοναστήρι καί παρακάλεσε τόν ἠγούμενο Θεοδόσιο νά τόν πάρει στή συνοδεία του. Κι ἐκεῖνος τοῦ ἔδωσε ἕνα παρεκκλήσι τοῦ Σωτῆρος νά ἡσυχάζει. Ἀφοῦ κοιμήθηκε ὁ Θεοδόσιος, οἱ πατέρες κάνανε ἠγούμενο τόν ὅσιο Μελέτιο στό μοναστήρι τῶν Ἀσωμάτων. Καί ἐπειδή πρόστρεχε πλῆθος πολύ, γιά νά καλογερέψουνε, μεγάλωσε τό μοναστήρι καί ἔγινε λαύρα μεγάλη, ἔχτισε κι ἄλλα μετόχια γύρω στό μοναστήρι, τά λεγόμενα παραλαύρια, καί μαζευτήκανε ὡς τριακόσιοι πατέρες. Κι ὁ Θεός τά οἰκονομοῦσε ὅλα καί δέν τούς ἔλειψε τίποτα, ζῶντας τοῦ ὅσίου καί μετά τήν κοίμησή του, παρ’ ὅλο πού δέν εἴχανε μήτε χωράφια , μήτε ἀμπέλια, παρεκτός ἕνα μικρό λαχανόκηπο. Γιατί, ὁ ὅσιος δέν παραδεχότανε διάφορα κτήματα, πού θέλανε νά τά ἀφιερώσουνε πολλοί χριστιανοί στό μοναστήρι, γιά νά μή γίνουνε οἱ ἀδελφοί μέ τόν καιρό φιλοχρήματοι. Δέχτηκε μονάχα κάποια δωρεά, πού ἔκανε στό μοναστήρι ὁ βασιλιάς Ἀλέξης Κομνηνός γιά συντήρηση τῆς μονῆς. Ἤθελε νά ζοῦνε οἱ πατέρες ἀπό τά χέρια τους, νά δίνουνε καί στούς φτωχούς ὅ,τι μπορούσανε ἀπό τόν κόπο τους. Καταστάθηκε, λοιπόν, αὐτό τό μοναστήρι τό θησαυροφυλάκιο τῆς Ὀρθοδοξίας καί τό σχολεῖο τῆς ἀρετῆς, σεβάσμιο κάστρο τῆς εἰρηνικῆς ζωῆς καταπάνω στήν ταραχή τοῦ κόσμου καί στίς ἀκαταστασίες ἐκείνου τοῦ καιροῦ, ὥστε νά μπορεῖ νά πεῖ κανένας γιά τούς πατέρες, πού ἤτανε μέσα : «τοῖς ἐρημικοῖς ζωή μακαρία ἐστί, θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένοις». 

   Ὁ ὅσιος Μελέτιος ἔκανε πολλά θαύματα, ἀρρώστους ἔγιανε, ἄγριες καρδιές ἡμέρεψε, τά μυστικά τῆς καρδιᾶς διάβαζε. Καί μέ ὅλα τοῦτα, ἤτανε πάντα ταπεινός καί ἁπλός. Κοιμήθηκε ἑβδομήντα χρονῶν, στά 1105 τήν 1η Σεπτεμβρίου, καί τό κουρασμένο λείψανό του τό θάψανε στό νάρθηκα τοῦ Ναοῦ τῶν Ἀσωμάτων. Τό μοναστήρι τοῦ ὁσίου Μελετίου στέκεται ὡς τά σήμερα. Τό μέρος, πού βρίσκεται, τό λένε Πάστρα, καί ἔχει κοντά του μιά κορυφή, πού τή λένε Μπουζουρίζα. Νοτινά τοῦ μοναστηριοῦ βρίσκονται κάποια θεμέλια καί παλιά λιθάρια καί λένε πώς ἐκεῖ πέρα βρισκότανε ἡ Μυούπολις. Σέ μιάν ὥρα δρόμο ἀπ' αὐτό τό μέρος εἶναι ἕνα κάστρο, πού τό λένε Γυφτόκαστρο. Ἡ τοποθεσία, πού εἶναι χτισμένο τό μοναστήρι, εἶναι ἔμορφη καί θρησκευτική. Σώζεται ἡ παλιά ἐκκλησία, κουμπεδωτή, ἀλλά δέν εἶναι πιά στολισμένη μέ τήν ἀρχαία ἁγιογραφία, γιατί χάλασε ἀπό τήν πολυκαιρία. Μονάχα στό νάρθηκα βρίσκονται ἀκόμα κάποιες εἰκόνες στόν τοῖχο, ζωγραφισμένες κατά τά 1600 ἀπάνω κάτω, καί παριστάνουνε κάποια μαρτύρια ἁγίων, τούς δικαίους Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ, Λάμεχ κ.λπ., καθώς καί λιγοστούς ὁσίους, ἀνάμεσα στούς ὁποίους εἶναι ὁ ὅσιος Μελέτιος, ὁ ὅσιος Μωυσῆς ὁ Αἰθίοψ καί λίγοι ἄλλοι. Ἐκεῖ εἶναι ἱστορημένη καί ἡ Κοίμησης τοῦ ὅίου Μελετίου. Ὑπάρχει καί μιά εἰκόνα του ἀπάνω σέ σανίδι, ἱστορημένη κατά τά 1700. Στά Μετέωρα, στό μοναστήρι τοῦ Βαρλαάμ, βρίσκεται ζωγραφισμένος μέ κατανυκτική τέχνη ὁ ὅσιος Μελέτιος «ὁ ἐν τῷ ὄρει τῆς Μυουπόλεως», διά χειρός Γεωργίου ἱερέως καί σακελλαρίου Θηβῶν, ἐν ἔτει 1566.

Δεύτερος σταθμός ἦταν ἡ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΒΙΛΙΩΝ

 

   Σ' ἕνα ὕψωμα τοῦ Κιθαιρώνα λίγο πρίν ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ πανέμορφου χωριοῦ τῶν Βιλλίων, βρίσκεται ἡ Ἱερά Μονή τοῦ Προφήτου Ἠλιού. Χτισμένη μέσα στό πευκόδασος δένει ἀπόλυτα μέ τό φυσικό τοπίο, ἐκεῖ πού ἡ ὀμορφιά τῆς φύσης συναντᾶ μιά ἀπό τίς μοναδικές ὀμορφιές τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν μοναχισμό.

   Στό σημεῖο πού χτίστηκε ἡ Μονή, προϋπῆρχε τό ἐξωκλήσι ἀφιερωμένο στόν Προφήτη Ἠλία, τό ὁποῖο χρονολογεῖται περίπου τόν 7ο μ.Χ. αἰώ. Πιστεύεται πώς ἡ παρουσία του στήν περιοχή συνδέεται ἄμεσα μέ τήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Μελετίου, πού βρίσκεται σέ μικρή ἀπόσταση στήν Οἰνόη Ἀττικῆς.

   Στά νεότερα χρόνια ὁ Ναός ἔδειχνε σημάδια ἐγκατάλειψης, ἀφοῦ λειτουργοῦσε περισσότερο ὡς καταφύγιο γιά τούς βοσκούς τούς δύσκολους χειμῶνες, παρά γιά τίς θρησκευτικές ἀνάγκες τῶν πιστῶν. Σ' αὐτό συνετέλεσαν βεβαίως τόσο ἡ δυσβατότητα τῆς περιοχῆς ὅσο καί ἡ μεγάλη ἀπόσταση ἀπό τό χωριό τῶν Βιλλίων.

  Τήν δεκαετία, ὅμως, τοῦ 1950-1960 τόν Ἱερό Ναό τοῦ Προφήτου Ἠλιού «ἀνακάλυψε» ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Σάμου καί Ἰκαρίας κυρός Παντελεήμων Μπαρδάκος, πού ἤδη πολλά χρόνια πρίν τόν διακατεῖχε ὁ εὐσεβής πόθος δημιουργίας μιᾶς γυναικείας μονῆς.

   Ἀξίζει νά σημειωθεῖ, ὅπως λέγεται, πώς ἦταν ἡ δεύτερη προσπάθεια δημιουργίας Ἱεράς Μονῆς σέ ἐκείνη τήν περιοχή. Ἡ πρώτη εἶχε γίνει ἀρκετά χρόνια πρίν ἀπό ἄνδρες μοναχούς, ἀλλά μετά ἀπό πολλές δυσκολίες δέν ὑλοποιήθηκε ποτέ.  

   Μετά, λοιπόν, ἀπό χρονοβόρες διαδικασίες, πού ἀφοροῦσαν κυρίως κτηματικές διαφορές, δόθηκε ἡ ἔγκριση καί ὑλοποιήθηκε τό σχέδιο ἀνέγερσης τῆς Ἱεράς Μονῆς.

  Ὁ Ἱερός Ναός τοῦ Προφήτου Ἠλιού ἀποκαταστάθηκε πλήρως, διατηρώντας ὡστόσο τήν ταπεινότητα καί τόν χαρακτήρα ἑνός μικροῦ Βυζαντινοῦ Ναοῦ μέ τρούλο, πού σάν οἱ αἰῶνες, πού πέρασαν, δέν τόν ἄγγιξαν στό ἐλάχιστο. Ταυτόχρονα γιά τίς ἀνάγκες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς χτίστηκαν κελιά καί βοηθητικοί χῶροι.

   Μετά ἀπό σχεδόν τριάντα χρόνια τό πλῆθος τῶν πιστῶν αὐξανόταν καί ὁ ὑπάρχων Ναός δέν ἦταν δυνατόν νά ἐξυπηρετήσει τίς θρησκευτικές ἀνάγκες τῶν πιστῶν, ἕνας ἄλλος Ἅγιος ἔγινε ὁ δεύτερος προστάτης τοῦ Μοναστηριοῦ. Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως.

   Ὁ νέος Ἱερός Ναός θεμελιώθηκε τό 1989 ἀκριβῶς δίπλα ἀπό τόν Ἱερό Ναό τοῦ Προφήτου Ἠλιού. Μεγαλύτερος καί πιό σύγχρονος ὁ νέος Ἱερός Ναός εἶναι ἕνα κόσμημα γιά τήν Ἱερά Μονή.

   Μέσα στόν νέο Ἱερό Ναό, φτιάχτηκε καί ἕνα παρεκκλήσι πρός τιμήν τοῦ Προφήτου Ἐλισαίου, μαθητοῦ τοῦ Προφήτου Ἠλιού καί συνεχιστή τοῦ ἔργου του.

   Σέ εἰδικές προθῆκες φυλάσσονται λείψανα ἁγίων, καθώς καί τμῆμα ἀπό τό πετραχήλι τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Ἐπίσης μέσα στόν Ἱερό Ναό βρίσκεται καί ὁ τάφος τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου ἰδρυτοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.

   Στίς μέρες μας ἡ Ἱερά Μονή συντηρεῖται κατά τό μεγαλύτερο ποσοστό ἀπό δωρεές τῶν πιστῶν ἐπισκεπτῶν της καί κατά πολύ μικρότερο ἀπό ἐργόχειρα τῶν μοναχῶν (ἁγιογραφίες κλπ).Ἐπίσης, στήν Ἱερά Μονή λειτουργεῖ καί μικρή ἔκθεση ἀναμνηστικῶν καί βιβλίων.

   Ἡ φιλοξενία στήν Ἱερά Μονή εἶναι ἔκδηλη σέ ὅλους καί ταυτόχρονα μέ τήν μοναδικότητα του τοπίου, γίνεται πόλος ἕλξης ἐπισκεπτῶν προσκυνητῶν ὅλους τούς μῆνες τοῦ χρόνου.

   Ἡ ἁπλότητα τοῦ χώρου, ὅπως ταιριάζει σέ μιά ὀρθόδοξη Ἱερά Μονή, ἡ γαλήνη, ἀποτέλεσμα τῆς προσευχῆς καί ἡ ψυχική ἠρεμία μεταδίδονται ἀπό τίς μοναχές μέ τέτοιο θαυμαστό τρόπο, πού νιώθει κανείς πώς ἐπιτέλους ξαναγυρνᾶ στήν Ἰθάκη του. Αὐτή ἡ οἰκειότητα δέν σ'ἀφήνει νά νιώσεις ξένος. Νιώθεις ὅτι πράγματι βρίσκεσαι στό σπίτι τοῦ Πατέρα σου, στό σπίτι σου.

   

Τρίτος σταθμός ἦταν το ΠΟΡΤΟ ΓΕΡΜΕΝΟ


   Τό Πόρτο Γερμενό (ἤ Αἰγόσθενα) εἶναι παραθεριστικός οἰκισμός τῆς Δυτικῆς Ἀττικῆς, πού βρίσκεται στά παράλια τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου στούς πρόποδες τοῦ Κιθαιρώνα. Διοικητικά ἀνήκει στόν Δῆμο Μάνδρας – Εἰδυλλίας (μέχρι τό 2010 στόν Δῆμο Βιλίων). Τό Πόρτο Γερμενό κινδύνευσε τό 2009 ἀπό τήν καταστροφική πυρκαγιά τῆς Δυτικῆς Ἀττικῆς, πού ἔφτασε στά ὅρια τοῦ οἰκισμοῦ. Κοντά στό Πόρτο Γερμενό βρίσκεται ἡ ἀρχαία πόλη Αἰγόσθενα μέ τό φρούριο τῶν Αἰγοσθένων.

Τέταρτος καί τελευταῖος σταθμός ἦταν τά ΒΙΛΙΑ


   Τά Βίλια (παλαιότερα Εἰδυλλία) εἶναι ἕνα ὀρεινό χωριό τῆς Ἀττικῆς, χτισμένο στίς πλαγιές τοῦ Κιθαιρώνα. Βρίσκονται σέ ἀπόσταση 56 χλμ βορειοδυτικά τῆς Ἀθήνας. Εἶναι οἰκοδομημένα ἀμφιθεατρικά, στό ἀνατολικό στόμιο τοῦ μεγάλου ἀνοίγματος, τό ὁποῖο σχηματίζουν οἱ ὀροσειρές τοῦ Κιθαιρώνα, καί στούς πρόποδες τῆς κορυφῆς Λεστόρι. Τό ὑψόμετρο τῶν Βιλίων ἀρχίζει ἀπό τά 500 καί τελειώνει στά 600 περίπου μέτρα. Εἶναι κωμόπολη τῆς Δυτικῆς Ἀττικῆς καί ἀνήκουν διοικητικά στόν Δῆμο Μάνδρας – Εἰδυλλίας, ἐνῶ μέχρι πρόσφατα ἀποτελοῦσαν ἔδρα τοῦ ὁμωνύμου δήμου.

   Γεωγραφικά ἐντάσσεται στή Μεγαρίδα, ἐνῶ ἡ ἔκτασή της ἁπλώνεται μέχρι τό Πόρτο Γερμενό, τήν Ψάθα καί τό Ἀλεποχώρι στά δυτικά, στίς ἀκτές τῆς Ἀλκυονίδος. Ἐμφανίζει πληθυσμό 1.269 κατοίκων, σύμφωνα μέ τήν ἀπογραφή τοῦ 2011. Ἡ περιοχή στηρίζεται στή γεωργία, τήν κτηνοτροφία, τή μελισσοκομία, τήν ἁλιεία καί τή ρητινοκαλλιέργεια, ἐνῶ διαθέτει τουριστικά θέρετρα.

   Νοτιοδυτικά συνορεύει μέ τά Μέγαρα, βορειοανατολικά μέ τίς Ἐρυθρές, ἀνατολικά μέ τήν Οἰνόη καί νοτιοανατολικά μέ τή Μάνδρα. Πρός βορρά συνορεύει μέ τίς Πλαταιές καί λοιπά χωριά τῆς Βοιωτίας. Καθίσταται προσβάσιμη μέσῳ τῆς Παλαιᾶς Ἐθνικῆς Ὁδοῦ Ἀθηνῶν-Θηβῶν.

Ὀνομασία

   Οἱ ἐκδοχές γιά τήν ὀνομασία Βίλια εἶναι πολλές. Σύμφωνα μέ τήν πρώτη ἐκδοχή, στήν ἀρχή τά Βίλια ὀνομάζονταν Εἰδυλλία, πιθανῶς λόγῳ τοῦ εἰδυλλιακοῦ τοπίου. Πρῶτος, πού ἀναφέρει τήν περιοχή αὐτή ὡς Εἰδυλλία, εἶναι ὁ γεωγράφος Μελέτιος ὁ Νεώτερος κατά τό πρῶτο μισό τοῦ 17ου αἰώ., ὁ ὁποῖος λέει ὅτι στή θέση αὐτή «Ἔστι δέ πολίχνη Εἰδυλλία ποτέ καλουμένη». Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἐπειδή οἱ Ἀρβανίτες δέν πρόφεραν σωστά τήν πολυσύλλαβη λέξη Εἰδυλλία, ἔγινε κατά συγκοπή «Δύλλια» καί στή συνέχεια «Βύλλια» μέ «υ» καί δύο «λ», ἐνῶ μετά «Βίλλια» μέ «ι» καί δύο «λ». Σήμερα, μετά τίς ἀλλαγές καί τίς ἁπλοποιήσεις, πού ἔχει ὑποστεῖ ἡ ἑλληνική γλώσσα, τά Βίλλια γράφονται μέ ἕνα «λ» (Βίλια). Μία δεύτερη ἐκδοχή εἶναι ὅτι ἡ ὀνομασία προέρχεται ἀπό τήν λέξη Βίγλα, πού σημαίνει παρατηρητήριο, ἤ ἀπό τήν ἀρχαία περιοχή τῆς Ἠπείρου, Βυλλίδα. Ἐπικρατέστερη πάντως ἐκδοχή εἶναι ἡ πρώτη. Μετά τήν ἀπελευθέρωση τοῦ 1821 ἐξάλλου, καί μέ τήν σύσταση τῶν Δήμων καί Κοινοτήτων τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους, φέρεται ὡς Δῆμος Εἰδυλλίας. Μέ βασιλικό διάταγμα τῆς 27ης Ἰουνίου τοῦ 1836 συστήθηκε ὡς Δῆμος Εἰδυλλίας. Μέ ἐπίσης βασιλικό διάταγμα τῆς 31ης Αὐγούστου τοῦ 1912 συστήθηκε ὡς Κοινότης Βιλλίων ἤ Βυλλίων, ἐνῶ μέ νομοθετικό διάταγμα τῆς 26ης Σεπτεμβρίου τοῦ 1946 συστήθηκε καί πάλι Δῆμος. Σήμερα μετά τήν ἐφαρμογή τοῦ σχεδίου «Καλλικράτης» ὁ Δῆμος Βιλίων καταργήθηκε καί συνενώθηκε στόν δῆμο Μάνδρας – Εἰδυλλίας.

Ἱστορία

   Σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τά Βίλια, ὑπάρχουν τά χαλάσματα ἑνός ἄλλου χωριοῦ μέ τό ὄνομα «Παλαιοχώρι» ἤ «Παλιοχώρι». Γιά τό Παλαιοχώρι ὑπάρχουν ἀσαφῆ στοιχεῖα στήν τοπική παράδοση. Μία πρώτη ἐκδοχή τῆς παράδοσης εἶναι ὅτι τό Παλαιοχώρι καταστράφηκε ἀπό πειρατές, πού μπῆκαν στό χωριό, τό πυρπόλησαν, αἰχμαλώτισαν τούς κατοίκους καί τούς μετέφεραν στή Καλαβρία τῆς Ἰταλίας, γιά νά τούς πουλήσουν ὡς δούλους. Οἱ λίγοι Παλαιοχωρίτες, πού σώθηκαν, ἔχτισαν τά σημερινά Βίλια περίπου τό 1230 μ.Χ. Ἡ δεύτερη ἐκδοχή εἶναι ὅτι οἱ κουρσάροι μπῆκαν στό χωριό περίπου τό 1783 μ.Χ., τήν ἐποχή δηλ. τῆς Τουρκοκρατίας (ὁπότε βρίσκονταν σέ ἔξαρση πειρατικές ἐπιδρομές ἀπό Τυνήσιους, Σικελούς, Βενετσιάνους, Κορσικανούς, Ἀλγερινούς, Γενοβέζους, Τούρκους, ἀκόμη καί ἀπό Ἕλληνες νησιῶτες), ἄρπαξαν καί πούλησαν τούς κατοίκους στήν Καλαβρία. Οἱ Βιλιώτες ἔμαθαν τό περιστατικό ἀπό τούς λίγους Παλαιοχωρίτες, πού σώθηκαν, ἐπειδή ἔλειπαν μακριά μέ τά κοπάδια τους. Οἱ λίγοι αὐτοί κάτοικοι, πού διασώθηκαν ἀπό τήν ἀρπαγή, κατέφυγαν στά Βίλια. Ἀπό τό Παλαιοχώρι διασώζονται σήμερα ἐρείπια, καθώς καί τό ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

   Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ὅτι στό Σούλι τῆς Θεσπρωτίας, ἀνάμεσα στά πρῶτα δώδεκα χωριά, πού δημιουργήθηκαν, ὑπάρχουν τά Ἀλποχώρι, Παλιοχώρι καί Βίλια, τοπωνύμια πού ὑπάρχουν καί στά Βίλια Ἀττικῆς.

Ἐπανάσταση τοῦ 1821

   Κατά τήν Τουρκοκρατία, ἡ περιοχή ἀποτελοῦσε ἔκταση τοῦ Δερβενίου στή Μεγαρίδα, τό ὁποῖο διαφέντευε ὁ Πασάς. Οἱ Βιλιώτες ἔδωσαν τό παρών στήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καί ἀρκετοί ἔλαβαν μέρος στήν πρώτη πολεμική ἐπιχείρηση. Μέ ἐπικεφαλῆς τόν Βιλιώτη Ἀναγνώστη Στέφα ἔλαβαν μέρος στήν πολιορκία τοῦ Ἀκροκορίνθου. Ἡ πολιορκία ἄρχισε ἀπό τούς ἐπαναστατήσαντας προκρίτους καί ὁπλαρχηγούς τῆς περιοχῆς τῆς Κορίνθου καί τῶν Καλαβρύτων στίς 27 Μαρτίου. Τούς πολιορκητές ἐνίσχυσαν Βιλιώτες, Μεγαρίτες, Κουντουριώτες καί Περαχωρίτες, πού εἶχαν ἤδη ἐπαναστατήσει ἀπό τίς 23 Μαρτίου ὑπό τόν ὁπλαρχηγό Γιάννη Χατζημελέτη ἀπό τά Κούντουρα. Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1821 ἐνίσχυσαν μέ τήν συμμετοχή τους, τούς ἐπαναστατήσαντας Θηβαίους ἀπό τά ἀρβανιτοχώρια τῆς Βοιωτίας. Μέ ἀρχηγούς τόν Σταμάτη Λούκο καί Ἀθανάσιο Κριεμάδη 200 Βιλιώτες, μαζί μέ 200 Κουντουριώτες ὑπό τούς Γιάννη Χατζημελέτη, Γιώργη Λάσκο καί Δημήτριο Κριεκούκη, πολέμησαν στούς λόφους τῆς Θήβας. Βοήθησαν τούς Βοιωτούς στήν ἀπελευθέρωση τῆς Θήβας, ἐνῶ στή συνέχεια βοήθησαν στήν ἀπόκρουση τῶν ἐπελθόντων Τούρκων ἀπό τήν Χαλκίδα γιά τήν ἀνακατάληψή της. Σημαντική ἦταν καί ἡ συμμετοχή τῶν Βιλιωτῶν μέ τούς Δερβενοχωρίτες στίς ἐπιχειρήσεις καταστροφῆς τοῦ Δράμαλη, καθώς ἀπό τίς 10 Ἰουλίου φύλαγαν τά στενά στό Μακρυπλάγι τῆς Μεγαρίδος, ἐμποδίζοντας τίς ἐνισχύσεις τοῦ Χουρσίτ Πασᾶ πρός τόν Δράμαλη, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στόν Ἀργολικό κάμπο. Οἱ Βιλιώτες, μαζί μέ τούς Μεγαρίτες καί ἄλλους χωρικούς τῶν Μεγάλων Δερβενίων, πῆραν μέρος στό μεγάλο ἐγχείρημα τοῦ Νικηταρᾶ (Νικήτα Σταματελόπουλου), πού ἀπετέλεσε τήν πρώτη μεγάλη νίκη ἐναντίον τοῦ Δράμαλη στό πέρασμά του ἀπό τήν Μεγαρίδα. Ἀκόμα 150 Δερβενοχωρίτες, μεταξύ τῶν ὁποίων ἀρκετοί Βιλιώτες, ἔλαβαν μέρος στίς ἐπιχειρήσεις τῆς πολιορκίας στήν Πάτρα, ὑπό τόν Δημήτριο Ἠλία Φλέσσα, ἀνηψιό τοῦ Παπαφλέσσα. Ἀκόμη προσέφεραν τήν βοήθειά τους καί στήν πολιορκία τῆς Χαλκίδος, τῆς Λιβαδειᾶς, ἀλλά καί στήν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν.

Μύηση τῶν Βιλιωτῶν στή Φιλική Ἐταιρία

   Οἱ Δερβενοχωρίτες τῶν Μεγάλων Δερβενίων μυήθηκαν στή Ἐπανάσταση ἀπό τούς Ὑδραίους. Ἰδιαίτερα οἱ Βιλιώτες καί Κουντουριώτες εἶχαν πολλές καί καλές σχέσεις μέ τούς Ὑδραίους, καθώς καί στενή συνεργασία στή διάρκεια τῆς Ἐπανάστασης, ἀλλά καί πολύ πρίν ἀπό αὐτήν εἶχαν ἀναπτύξει μεταξύ τους ἐμπορικές σχέσεις. Ὁ γενάρχης τῆς διάσημης οἰκογένειας Κουντουριώτη, πού ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν Ἐπανάσταση, καταγόταν ἀπό τά Κούντουρα (γι' αὐτό ὀνομάστηκε Κουντουριώτης, ἐνῶ τό ἐπώνυμό του ἦταν Ζέρβας, καί εἶχε μετοικήσει στήν Ὕδρα πολύ πρίν τό 1821). Οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς Φιλικῆς Ἐταιρίας στήν Ὕδρα, ἀφοῦ μύησαν ἐκεῖ ἀρκετούς Ὑδραίους, στήν συνέχεια ἔφτασαν στήν Κόρινθο, τήν Περαχώρα καί τά Δερβενοχώρια, ὅπου μύησαν καί ἀρκετούς Βιλιώτες : τόν Λουκᾶ Στεφόπουλο, τόν Ἀθανάσιο Κων. Κριεμάδη, τόν Ἀναγνώστη Στέφα, τόν Γεώργιο Ἀθ. Οἰκονόμου, τόν Σταμάτη Λούκο, τόν Παπαδημήτρη Τζαβάρα κ.ἄ., πού ἀπετέλεσαν τόν ἡγετικό πυρήνα τῶν Βιλιωτῶν, πού ἀποφάσισαν νά μήν τηρήσουν τήν μέχρι τότε συμφωνία μέ τούς Τούρκους καί ἐπαναστάτησαν. Κατά τήν περίοδο τῆς μυήσεως καί λίγο πρίν τήν κήρυξη τῆς Ἐπανάστασης, οἱ Τοῦρκοι ἀπηγχόνισαν τόν Βιλιώτη Πλούμπη, ὁ ὁποῖος καί ἦταν μυημένος στήν προπαρασκευή τοῦ ἀγώνα, καί ὑπῆρξε τό πρῶτο θύμα ἀπό τά Βίλια. Ἡ 15η Μαρτίου τοῦ 1821 ἦταν ἡ ἱστορική μέρα ἐξέγερσης τῶν Δερβενοχωριτῶν. Ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν χωριῶν μεταξύ αὐτῶν καί τά Βίλια, ὑπέγραψαν καί ἀνακοίνωσαν στόν Τοῦρκο διοικητή, πού διέμενε στή Θήβα, τό συνυποσχετικό τῆς ἀπoστασίας. Ἐκ μέρους τῶν Βιλιωτῶν ὑπέγραψαν ὁ ἱερέας Παπαδημήτρης Τζαβάρας, ὁ πρωτοστάτης κληρικός, ὁ Γεώργιος Οἰκονόμου, ὁ Νικόλαος Σωτηρίου (Νικολο-Σωτήρης) καί ὁ Ἀναγνώστης Στέφας.

Περίοδος 1940-1949

   Τό 1940 κηρύσσεται ὁ ἑλληνοϊταλικός πόλεμος καί τά Βίλια, ὅπως ὅλες οἱ πόλεις τῆς Ἑλλάδας, ἀπέστειλαν πολλούς νέους φαντάρους στήν Ἀλβανία. Τήν 6η Ἀπριλίου τοῦ 1941 ἡ Γερμανία κηρύσσει τόν πόλεμο στήν Ἑλλάδα καί ἔτσι τό χωριό δέν μένει ἀνέπαφο ἀπό τά δεινά τοῦ πολέμου. Ἡ πείνα, οἱ ἀσθένειες καί οἱ θάνατοι ἦταν ἡ τραγική καθημερινότητα τῶν κατοίκων. Ἐκτός ἀπό τήν ἔλλειψη τροφίμων, ὑπῆρχε καί παντελής ἔλλειψη εἰδῶν καθαριότητας, πού ηὔξανε τά νοσήματα μέ ἀποτέλεσμα νά προδιαθέτουν καί αὐτά στήν αὔξηση τῆς θνησιμότητας. Τά κατοχικά στρατεύματα ἐγκαταστάθηκαν στό χωριό, ἐπιτάσσοντας πολλά ἀπό τά σπίτια, ἀναγκάζοντας τούς ἰδιοκτῆτες νά φιλοξενηθοῦν ἀλλοῦ ἤ νά περιοριστοῦν στίς ἀποθῆκες. Πολλοί Βιλιώτες ἀπό φόβο ἐγκατέλειψαν τίς ἑστίες τους, βρίσκοντας καταφύγιο ὡς φιλοξενούμενοι κυρίως, σέ σπίτια στό Γερμενό, τήν Ψάθα, τό Ἀλεποχώρι καί ἄλλα σημεῖα, θεωρώντας ὅτι θά εἶναι περισσότερο ἀσφαλεῖς, καί θά ἔβρισκαν πιό εὔκολα τρόφιμα, καθώς εἶχαν πρόσβαση στήν θάλασσα, γιά νά ψαρεύουν, ἀλλά καί νά βρίσκουν χόρτα, βολβούς καί ἄλλα. Τό δημοτικό σχολεῖο τῶν Βιλίων παρέμεινε κλειστό γιά περισσότερο ἀπό δύο χρόνια. Κύριο αἴτιο ἦταν ὁ φόβος γιά τήν ἀσφάλεια τῶν παιδιῶν, ἐνῶ ἄρχισε νά λειτουργεῖ καί πάλι στίς ἀρχές τοῦ 1943. Ἀπό τούς Βιλιώτες ἀντάρτες, οἱ περισσότεροι δρούσαν σέ περιοχές ἀπομακρυσμένες ἀπό τά Βίλια. Παρ’ὅλ’ αὐτά τήν περίοδο τοῦ 1943, ὅπου οἱ Βιλιώτες ἀντάρτες ἀποφάσισαν χτύπημα στήν περιοχή τῆς Κάζας, τό χωριό ἀπειλήθηκε μέ ἀντίποινα. Μετά τήν μάχη τῆς Κάζας, οἱ Βιλιώτες ἀντάρτες εἰδοποίησαν νά ἀπομακρυνθεῖ ὁ κόσμος, διότι οἱ Ἰταλοί θά ἔκαιγαν τό χωριό. Οἱ Ἰταλοί, μέ ὅλμους ἀπό τήν Κάζα, προεξένησαν μεγάλες ζημιές σέ λίγα σπίτια, ἐνῶ δύο μέρες ἀργότερα μπῆκαν στό χωριό καί σκότωσαν, πολυβολώντας, τρεῖς Βιλιώτες καί πῆραν πολλούς ὁμήρους.

Ἀξιοθέατα

   Στή μικρή κωμόπολη ὁ ἐπισκέπτης συναντᾶ κειμήλια τῆς βυζαντινῆς καί χριστιανικῆς περιόδου. Ὁρισμένα ἀπό αὐτά εἶναι ὁ Ἱερός Ναός τῆς Μεταμορφώσεως, ὁ ὁποῖος χρονολογεῖται στό 1893, κατασκευῆς τοῦ ἀρχιτέκτονος Ἐρνέστου Τσίλλερ, ὁ Ναός τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν τοῦ 1637, ὁ Ἱερός Ναός τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἡ Παναγιά τῆς Γκούρας στό Λεστόρι, ὁ Ἱερός Ναός Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ 14ου αἰώ. καί πολλοί ἄλλοι.

 Στόν οἰκισμό τοῦ Πόρτο Γερμενό διασώζονται τά τείχη τῶν ἀρχαίων Αἰγοσθενῶν, σημαντικό λιμάνι καί ὀχυρό πρός τόν Κορινθιακό Κόλπο. Ἐκεῖ βρίσκεται καί ἡ Ἱερά Μονή ἡ ἀφιερωμένη στόν Ὅσιο Μελέτιο.

Πολιτιστικές Ἐκδηλώσεις

Κάθε χρόνο τό καλοκαίρι διοργανώνονται στά Βίλια τά «Λαμπέτεια», πολιτιστικές ἐκδηλώσεις πρός τιμήν τῆς Ἕλλης Λαμπέτη, πού καταγόταν ἀπό τήν περιοχή.

Τουρισμός

Ἡ ἔδρα τῶν Βιλίων βρίσκεται μόλις μερικά χιλιόμετρα ἀπό τό ἐπίνειό της, τό Πόρτο Γερμενό, σέ ἕνα γραφικό κολπίσκο κάτω ἀπό τίς πλαγιές τοῦ Κιθαιρῶνος.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

"Ου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτών" (Ο Κύριος)